Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Βία, αλήθεια, εικόνα



Ένα απόσπασμα τις εισήγησης του Τάκη κουμπή...


Τάκης Κουμπής: Σαν συνέχεια της ανάλυσης που έκανε ο Βαγγέλης Μπιτσιώρης στο θέμα της βίας και τη διαδρομή που έκανε μέσα από τα κείμενα του Benjamin, του Derrida και του Agamben θα ήθελα να φτάσουμε στην εικαστική εμπειρία προσεγγίζοντας τη σχέση της εικόνας με τη βία. Της βίας της εικόνας και της εικόνας της βίας. Θα αναφερθώ στο κείμενο του Jean- Luc Nancy Au fond des images (Galilée, 2003), που θα μεταφράζαμε Στο βάθος των εικόνων. Αναφέρεται στο πρόβλημα του βάθους. Για τον Nancy το βάθος βρίσκεται στην επιφάνεια. Η ίδια η εικόνα θέτει το ερώτημα του που ακριβώς βρίσκεται το βάθος και, δευτερευόντως, μας επιτρέπει να σκεφτούμε κατά πόσο υπάρχει μια εικόνα χωρίς βάθος, ένα ερώτημα που πιστεύω πως απασχολεί τον Nancy και σε άλλα του κείμενα.
Το ένα από τα κείμενα που περιέχονται στο βιβλίο του Nancy έχει τον τίτλο “Image et violence” («Εικόνα και βία»). Το άλλο ονομάζεται “La représentation interdite” («Η απαγορευμένη αναπαράσταση») και αναφέρεται στο Auschwitz και το Ολοκαύτωμα, όπως και στο κατά πόσο είναι θεμιτή ή «νόμιμη» η αναπαράσταση της εξολόθρευσης. Εδώ θα αναφερθώ περισσότερο στο πρώτο κείμενο. Διότι πιστεύω πως ο Nancy επιχειρεί να προσεγγίσει οντολογικά το θέμα της βίας, αποδομώντας συγχρόνως την ίδια την ανάλυση της οντολογικής διατύπωσης. Τι είναι η βία; Υπάρχει αλήθεια της βίας; Η ανάλυση αυτή προσπαθεί να προσεγγίσει την οντολογία της βίας θέτοντας το ερώτημα της αλήθειας. Αλλά αν παρέμενε στην ανάλυση της αλήθειας με τη μεταφυσική της έννοια το παιχνίδι θα έχει χαθεί. Ο Nancy θέτει αυτά τα ζητήματα βάζοντας εισαγωγικά στην αλήθεια. Η αλήθεια αποδομείται την ίδια στιγμή που τίθεται το ζήτημα της βίας και της σχέσης που η τελευταία έχει μαζί της. Ο Nancy λοιπόν δεν αναφέρεται σε όλες τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις του ζητήματος της βίας, όπως αυτές εκφράστηκαν μεταξύ άλλων από τον Derrida, τον Heidegger, τον Benjamin, τον Hegel, τον Kant, αλλά και σε όλη την κλασσική φιλοσοφία, παρά μόνο σε μικρές υποσημειώσεις, οι οποίες δεν είναι εξονυχιστικές. Προσπαθεί μόνος του να θέσει τα κύρια ερωτήματα τα οποία τον απασχολούν, αφήνοντάς τα ανοιχτά. Θα λέγαμε πως ο Nancy είναι ένας φιλόσοφος ο οποίος υπαινίσσεται πολλά. Αφήνει πολλά κενά. Έχει μια στρατηγική, η οποία είναι η στρατηγική του ερωτήματος. Φτιάχνει ένα ερώτημα, ώστε να τον βοηθήσει να θέσει ένα επόμενο, αφήνοντας όμως πάντα ένα «μεσοδιάστημα». Υπάρχει πάντα ένα κενό, μία απόσταση. Δεν υπάρχει μία λογική ροή του κειμένου. Δομεί το κείμενο συστηματικά, σαν αυτό όμως να είναι ήδη αποδομημένο, σαν τα ίδιο να είναι αποσπασματικό.
Ο Nancy επιχειρεί λοιπόν να θέσει μία διαπίστωση, να προσεγγίσει τις δύο καταφάσεις τις βίας: τη βία των εικόνων από τη μία πλευρά και, από την άλλη, την κατάφαση των εικόνων της βίας. Ανατρέχοντας στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα του κόσμου, μιλά για μία «αδιάλειπτη» βία, που είναι πανταχού παρούσα και εκδηλώνεται με τη μορφή σπαρακτικών απρεπειών, υπέρμετρων γεγονότων, σοκαριστικών εικόνων. Ο Nancy αναγνωρίζει πως αυτές οι καταφάσεις παραπέμπουν ταχέως σε ηθικές, νομικές και αισθητικές αξιώσεις, τις οποίες όμως προτίθεται να παρακάμψει. Δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτές, τις τοποθετεί σε ένα δεύτερο επίπεδο, τις θεωρεί έμμεσες αναφορές, για να θέσει ευθέως το ερώτημα της σύνδεσης της εικόνας με τη βία και της βίας με την εικόνα. Του τρόπου που αυτά τα δύο διασυνδέονται. Συνεπώς, προσεγγίζει τους δύο αυτούς όρους, της βίας και της εικόνας, διαπιστώνοντας μιαν αμφισημία που τον υποχρεώνει να διαχωρίσει μια «καλή» και μια «κακή» βία, μια «καλή» και μια «κακή» εικόνα. Η ίδια η βία βασίζεται σε μιαν αμφισημία, την οποία προσπαθεί να αναλύσει. Με αυτήν την έννοια αναφέρει ότι υπάρχουν συγκροτητικά δύο δυνατές ουσίες και της εικόνας, αλλά και της βίας. Μέσα στην ιστορία του νεωτερικού κόσμου εντοπίζονται όλες οι συμπτώσεις και οι μορφοποιήσεις αυτών των -όπως πρόχειρα θα μεταφράζαμε- «διπλών δυαδικοτήτων», ή αυτών των «αναδιπλασιασμένων διπλοτήτων». Υπάρχει μια «διπλότητα» στο θέμα της εικόνας και της βίας: της εικόνας ως «καλής» ή «κακής» βίας και της βίας ως «καλής» ή «κακής» εικόνας. Δεν αναλύει το ζεύγμα εικόνα- βία. Ο τρόπος που ακολουθεί είναι διαφορετικός. Δεν βάζει μαζί την εικόνα με τη βία. Αναλύει καταρχάς τη βία ως τέτοια, ως βία, επιχειρώντας να εξακριβώσει τον προσίδιο τρόπο σύνδεσής της με την αλήθεια. Αμέσως τίθεται το οντολογικό ζήτημα της αλήθειας: η αλήθεια της βίας και η βία της αλήθειας. Εν συνεχεία, παρακολουθεί τα χαρακτηριστικά της βίας, που σιγά- σιγά αρχίζουν να αποδεσμεύονται –να «αποδομούνται» θα λέγαμε- για να μας οδηγήσει προς την εικόνα. Η εικόνα είναι το τελευταίο στάδιο, το τελευταίο σκαλί, προχωρώντας μέσα από την ανάλυση της βίας, για να βρει τι ακριβώς είναι η εικόνα.
Το ζήτημα της σχέσης της βίας με την αλήθεια θα μπορούσε να προσεγγιστεί αρχικά ως εξής: λέει ο Nancy «μπορούμε να ορίσουμε τη βία ως ένα εν έργω τίθεστε μιας δύναμης η οποία παραμένει ξένη προς το ενεργητικό και δυναμικό σύστημα εντός του οποίου παρεμβαίνει. Η βία δεν εισάγεται σε μία κατηγορία των αιτιών, ούτε σε μία σύνθεση δυνάμεων ενόψει ενός αποτελέσματος. Είναι εντεύθεν της πρόθεσης και εκείθεν του αποτελέσματος». O Nancy εδώ ανεξαρτητοποιεί, αποδεσμεύει τη βία και από την πρόθεση, αλλά και από το αποτέλεσμα. «Παραποιεί αυτό που βιάζει, το λεηλατεί, το σφαγιάζει. Δεν μετασχηματίζει αυτό στο οποίο παρεμβαίνει, δεν του αφαιρεί τη μορφή και το νόημά του, δεν το κάνει τίποτα άλλο παρά ένα “σήμα” της λύσσας που έχει προς αυτό προς αυτό το πράγμα ή το βιασμένο είναι. Επέκεινα ή αλλαχού, η βία κραδαίνει μιαν άλλη μορφή, αν όχι ένα άλλο νόημα. Η βία παραμένει έξωθεν, αγνοεί το σύστημα, τον κόσμο, τη μορφοποίηση, την οποία βιάζει. Δεν επιθυμεί να είναι δυνατή. Επιθυμεί, αντίθετα, να είναι ανέφικτη. Είναι ανυπόφορη για το χώρο των πιθανοτήτων που σπαράζει και καταστρέφει. Δεν θέλει τίποτα να ξέρει και δεν θέλει παρά αυτήν την άγνοια και την απελευθερωμένη τυφλότητα, τη βραδύνουσα θέληση, την ανεκπλήρωτη σε κάθε σύνδεση, καθώς απασχολείται μόνο με τη θραυστική παρείσφρησή της. Συνεπώς, η βία δηλώνει την προσίδια εισβολή της ως αυτή καθεαυτή φιγούρα ή εικόνα του έξωθεν. Η βία δεν παίζει το παιχνίδι των δυνάμεων. Δεν παίζει, μισεί το παιχνίδι. Μισεί όλα τα παιχνίδια. Τα ενδοδιαστήματα, τις αρθρώσεις, τους κανόνες που δεν ρυθμίζουν τίποτα, παρά την καθαρή τους σχέση. Η βία εκτίθεται σαν φιγούρα χωρίς φιγούρα, τερατώδης επίδειξη αυτού που μένει χωρίς πρόσωπο». Συμβολικά εδώ η βία ταυτίζεται με την απουσία του προσώπου, αυτού που φοράει κουκούλα. Δεν υπάρχει πρόσωπο γιατί η ίδια η βία δεν έχει πρόσωπο. Είναι απρόσωπη. Εντούτοις έχει φιγούρα, ένα σήμα ή ένα περίγραμμα.
Έρχομαι τώρα στο θέμα της αλήθειας. Ο Nancy γράφει πως «η βία δεν είναι στην υπηρεσία μιας αλήθειας. Θέλει να είναι αυτή η ίδια η αλήθεια». Λέει, με άλλα λόγια, πως δεν υπάρχει μια αλήθεια έξω από την ίδια τη βία. Ή ακόμα και αν υπάρχει αυτή η αλήθεια με την οποία θέλει να συνδεθεί, να εκφράσει ή να υπηρετήσει, δεν μπορεί να αναπαρασταθεί ως κάτι άλλο έξω από τη βία. «Στη συγκεκριμένη τάξη για την οποία δεν θέλει τίποτα να γνωρίζει, δεν υποκαθιστά μιαν άλλη τάξη, αλλά τον εαυτό της. Είναι αυτή δηλαδή και τα χτυπήματά της που είναι ή κάνουν την αλήθεια». Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να προσεγγίσει τη σχέση της αλήθειας με τη βία. Προχωρώντας όμως, βλέπουμε πως αυτή η διαφορά με την αλήθεια μετατοπίζεται σε μία διαφορά που είναι εσωτερική στο θέμα της αλήθειας. «Η διαφορά μοιάζει να επιβάλλεται με τόσο δύναμη, όσο και η αμφισημία. (…) Η αληθινή αλήθεια είναι βίαιη, διότι είναι αληθείς. Ενώ η άλλη, το πυκνό της είδωλο, δεν είναι αληθινή, παρά μόνο όσο αυτή είναι βίαιη. Αυτό ανάγει την αλήθεια σε έναν τρόπο της βίας και τον εξαντλεί εκεί. Αντίθετα η άλλη, απελευθερώνει τη βία μέσα στην ίδια την αλήθεια και, κατ’ αυτόν τον τρόπο τη συμπεριλαμβάνει». Εδώ o Nancy διαχωρίζει την «αληθινή» αλήθεια η οποία είναι βίαιη και αληθείς από τη μη «αληθινή», η οποία είναι το είδωλο της αλήθειας. «Η αλήθεια της βίας συνθλίβει και συγχρόνως συνθλίβεται. Εκδηλώνεται καθεαυτή για αυτό που είναι». Είναι η αλήθεια του όπλου, της γροθιάς κλπ. Διαχωρίζει την "αλήθεια της βίας" από τη "βία της αλήθειας" που είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. Η "βία της αλήθειας" τι είναι; «Είναι η βία η οποία αποσύρεται μέσα στην ίδια την εισβολή της, ενώ η ίδια η εισβολή είναι μια απόσυρση που ανοίγει ένα χώρο, τον ελευθερώνει για μία έκδηλη παράσταση του αληθινού». Η διαφορά ανάμεσα στη "βία της αλήθειας" και την "αλήθεια της βίας" έγκειται στο ότι η πρώτη σχετίζεται με αυτό που ο Nancy συνδέει με την απελευθέρωση ενός χώρου. Εκείνου που επιτρέπει να εμφανιστεί η αλήθεια ως αλήθεια. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το δεύτερο (η βία της αλήθειας) είναι πιο νοητική, συγκροτεί μια σχέση περισσότερο «φιλοσοφική». Κάπου παρακάτω ο Nancy αναφέρει πως η φιλοσοφία προσπαθεί να ανασύρει το πλατωνικό υποκείμενο από το σκοτάδι, αφήνοντάς το ελεύθερο στον ήλιο.

Βαγγέλης Μπιτσώρης: Όταν όμως το υποκείμενο στην Αλληγορία του Σπηλαίου βγαίνει από το σπήλαιο, δέχεται τη βία του ήλιου. Μέσα στην αλήθεια υπάρχει βία. (…) Υπάρχει μια αλήθεια της βίας. η βία δεν επιχειρηματολογεί. Η βία δεν συνθέτει. Δεν περιμένει ένα επιχείρημα. Απέναντι στο επιχείρημα απαντάται η βία, η γροθιά. Αυτή είναι η "αλήθεια της βίας". Δεν μπαίνει μέσα στην ιστορία, δεν συζητάει, είναι έξω από όλα. Η βία είναι εκτός του επιχειρήματος. Η βία δεν συνδιαλέγεται, δεν παίζει στο παιχνίδι των έλλογων σχέσεων. Η άλλη είναι η "βία της αλήθειας" η οποία είναι «άνοιγμα». Δέχεται κανείς την αλήθεια ως βία, αλλά την ίδια στιγμή ανοίγονται σε αυτόν δυνατότητες. Η "αλήθεια της βίας" είναι ταυτότητα, πυκνότητα, κλειστότητα, ενώ η "βία της αλήθειας" είναι ανοιχτότητα και διαφορά. Είναι αυτό που αναφέρθηκε ως «φιλοσοφία». Ο Nancy κάνει όλους τους διαχωρισμούς για να εμπλέξει έπειτα τους όρους.

Τάκης Κουμπής: Εδώ ανοίγει το θέμα της αμφισημίας. Που αρχίζει η παραβίαση και που σταματά η διείσδυση του αληθινού μέσα στη βία; Το ουσιαστικό ερώτημα που προκρίνεται αφορά το κατά πόσο η "βία της αλήθειας" υπάρχει χωρίς βιασμό, χωρίς παραβίαση. Είναι συνεπώς μια «βία χωρίς βία»; Μπορούμε να μιλήσουμε για μία «βία χωρίς βία»; Αυτή η «βία χωρίς βία» αποκαλύπτει την αποδομητική σκέψη του Nancy. Ενώ ορίζει τη βία με μιαν οντολογική προσέγγιση, συγχρόνως, θέτοντας αυτήν την ανάλυση και θέτοντας αυτό το ερώτημα, βάζει το ίδιο το ερώτημα του «αληθινού» εντός εισαγωγικών. Βάζει λοιπόν την έννοια της αμφισημίας και μέσω αυτής οδηγείται στην αμφισβήτηση της μεταφυσικής αλήθειας.
«Αν η βία της αλήθειας είναι χωρίς βία, τότε γιατί να την ονομάσουμε βίαιη; Πώς θα σκεφτούμε τότε τη διαφορά που βρίσκεται μέσα στη βία; Που αρχίζει η παραβίαση και που σταματά η διείσδυση του αληθινού; (…) Η βία είναι το αμφίσημο όνομα αυτού που ασκείται χωρίς εγγύηση ή που απαντάται όπισθεν του εαυτού. Αυτό που ορίζει στην προβληματική του χαρακτήρα το habitus, αν όχι το ήθος του κόσμου μας καθεαυτό. Ενός κόσμου χωρίς κόσμο». Θα λέγαμε ενός κόσμου, χωρίς έναν άλλο κόσμο, ενός κόσμου χωρίς «βάθος».
Σε ένα άλλο σημείο ο Nancy παρατηρεί πως η βία είναι «ηλίθια». Γιατί όμως; Λέει πως «είναι ηλίθια, αλλά με την περισσότερο δυνατή, την πιο πυκνή και τη λιγότερο επανορθώσιμη σημασία του όρου». Την «ηλιθιότητα» την χαρακτηρίζει ως τη «βλακεία της απουσίας σκέψης. Μιας εκούσιας απουσίας που υπολογίζεται από αυτή τη συσταλμένη ευφυΐα». Αυτό το σημειώνω σκεφτόμενος την ιδέα πως αν η βία είναι τυφλή, αν κυριολεκτικά «δεν βλέπει», σπάει και καταστρέφει τα πάντα, τότε είναι και ηλίθια. Γιατί; Είναι "ηλίθια" διότι δεν μπορεί να σκεφτεί, εμποδίζει τη σκέψη. Όχι εξαιτίας μιας έλλειψης ευφυΐας, δεν τις λείπει το μυαλό, αλλά το συστατικό της τυφλότητας συνάδει με την απουσία σκέψης.
Βαγγέλης Μπιτσώρης: Το τελευταίο σεμινάριο του Derrida είχε ως τίτλο «Το κτήνος και ο κυρίαρχος». Κινείται γύρω από την ιδέα της «ηλιθιότητας». Ο Derrida παίζει με αυτήν την έννοια. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια βλακεία ενός ελλείμματος ευφυΐας, αλλά με κάτι χειρότερο: με μιαν υπολογισμένη και ηθελημένη απουσία σκέψης. Έχω την αίσθηση πως για τον Nancy υπάρχει μία συνάφεια μεταξύ της διαφοράς και της ομοιότητας από βία σε βία. Από βία σε βία υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές. Ανάμεσα, για παράδειγμα, σε αυτήν τη «βία της αλήθειας» και την «βία ως αλήθεια». Εντούτοις, είναι η ίδια αρχή που διέπει τη «διπλότητα», τη «διπλή στάση» της βίας, ή των δύο «διπλοτήτων», αν μπορούν να έχουν το ίδιο όνομα. Έχουμε δύο αρχές λοιπόν: και η «αλήθεια της βίας» και η «βία της αλήθειας» έχουν ως κοινό την αρχή της αδυνατότητας της συνδιαλλαγής, της σύνθεσης, της τακτοποίησης, του μοιράσματος. Κοινό χαρακτηριστικό λοιπόν και της «βίας της αλήθειας» και της «αλήθειας της βίας» είναι αυτό το μη διαπραγματεύσιμο, αυτό που αντιτίθεται σε κάθε διαπραγμάτευση. Αλλά μια τέτοια στάση μπορεί να αναφέρεται σε δύο διαφορετικά πράγματα: την ανοιχτότητα και την κλειστότητα. Ένα βίαιο σφράγισμα σε μία μάζα κλειστή, «μπετοναρισμένη», αλλά και «βλακώδη». Είναι ο εαυτός καθαρά αφ εαυτόν, που δεν βγαίνει από τον εαυτό του και εκλαμβάνει ως αλήθεια την ταυτότητα. Ανάμεσα στο ένα αδιαπραγμάτευτο και στο άλλο, πρέπει να διαχωρίσουμε την ταυτότητα και τη διαφορά. Μία βία που θέλει να γίνει αλήθεια και μίαν αλήθεια που όταν προσφέρεται είναι βίαιη, αλλά αφήνει την ανοιχτότητα.
Θα τολμούσε να πει κανείς ότι ο Nancy προασπίζεται τη «βία της αλήθειας» εις βάρος της «αλήθειας της βίας»; Εγώ τολμώ να πως ναι.

Τάκης Κουμπής: Εγώ θα έλεγα και ναι και όχι. Από τη μία πλευρά το κάνει, αλλά από την άλλη -λόγω της ιδέας της αμφισημίας- και οι δύο συμπίπτουν στην ίδια τη βία που εμπεριέχεται και στα δύο. Λέει: «ανάμεσα στο ανένδοτο και στο άλλο πρέπει να διαχωρίσουμε την ταυτότητα και τη διαφορά».

Βαγγέλης Μπιτσώρης: Μπορεί όμως αυτός ο «διαχωρισμός» να γίνει χωρίς βία;

Τάκης Κουμπής: Ναι, ο διαχωρισμός αυτός ενέχει κάποια βία. Αυτό που έχει ενδιαφέρον στον Nancy είναι το ότι προσεγγίζει το θέμα οντολογικά, προσπαθώντας την ίδια στιγμή να μην παραμείνει σε μια μεταφυσική θεώρηση. Για τον Nancy υπάρχουν λόγοι περί τη βία, μέσα, για παράδειγμα, στην κλασσική φιλοσοφία, αλλά υπάρχει και βία μέσα στον ίδιο το λόγο.
(…)
Ας περάσουμε τώρα στην εικόνα. Ο Nancy ξεκινάει το δεύτερο μέρος του κειμένου του με την παρατήρηση: «Εάν η βία ασκείται χωρίς άλλη απάντηση, παρά μόνο ως προς τον αυτό της, τότε αυτή εκδηλώνεται μέσω ενός ουσιαστικού συνδέσμου, που συνδιαλέγεται με την εικόνα». Οδηγείται στο να διαπιστώσει πως το μόνο με το οποίο συνδιαλέγεται είναι η εικόνα. Η εικόνα εμφανίζεται ως το προϊόν της στέρησης μιας άλλης συνδιαλλαγής, μιας άλλης συσχέτισης. Αυτή η εικόνα δεν είναι μιμητική, δεν είναι προσδεδεμένη στη μίμηση. Είναι μια αντι- μιμητική εικόνα.

Βαγγέλης Μπιτσώρης: Αποκλίνοντας από το κείμενο θα θέσω κάποια ερωτήματα, ενός που η σχέση του με ην τέχνη δεν είναι καλή. Είναι κλειδί το πώς συνδέι τη βία με την εικόνα. Ο Nancy λέει: «η βία πάντοτε τίθεται εν εικόνα». Δεν υπάρχει βία που δεν είναι εικονιζόμενη. «Η εικόνα είναι αυτό που αφ εαυτού φέρεται μπροστά στον εαυτό της και εξουσιοδοτεί τον εαυτό της». Εδώ αρχίζουν τα προβλήματα για μένα. Η εικόνα πρέπει να έχει ισχύ, να αξίζει καθεαυτή και μέσω του εαυτού της, ανεξαρτήτως του πράγματος. Ανάμεσα στην εικόνα και το πράγμα υπάρχει για μένα μία βία, η οποία αποσπά την εικόνα από το πράγμα το οποίο εξεικονίζει η εικόνα, ακόμα και στη σφαίρα του φαντασιακού. Μιλάμε για μία αυτονόμηση της εικόνας. Είναι η εικόνα "χωρίς βάθος" ("sans fond"), χωρίς αιτία, χωρίς σκοπό, είναι η αθεμελίωτη εικόνα.

Τάκης Κουμπής: Διαχωρίζει όμως την εικόνα από το πραγματικό. Λέει: «η βία της τέχνης διαφέρει από αυτήν των χτυπημάτων». Διαφέρει δηλαδή από την πραγματική βία. «Όχι διότι η τέχνη παραμένει μέσα στην ομοιότητα, αλλά, αντίθετα, εξαιτίας του ότι η τέχνη αγγίζει το πραγματικό, το οποίο είναι χωρίς βάθος».

Βαγγέλης Μπιτσώρης: Και στην τέχνη υπάρχει μία βία. Όταν θέλεις να αυτονομήσεις την εικόνα από το πράγμα προβαίνεις σε μία βιαιότητα. Ας πούμε όμως πως «η βία της τέχνης διαφέρει από τη βία των χτυπημάτων», αλλά «όχι διότι η τέχνη παραμένει μέσα στην ομοιότητα, αλλά, αντίθετα, εξαιτίας του ότι η τέχνη αγγίζει το πραγματικό, το οποίο είναι χωρίς βάθος», ενώ το ίδιο το χτύπημα είναι καθεαυτό και στη στιγμή του προσίδιου βάθους του. Ποια είναι η ευθύνη της τέχνης, που, όπως ήδη είπαμε, ενέχει βιαιότητα; "Είναι εντεύθεν και εκείθεν και πέρα κάθε αισθητικής". Διαφοροποιεί έτσι την τέχνη από κάθε αισθητική. Η τέχνη πρέπει να ξέρει να διακρίνει μιαν εικόνα που είναι χωρίς «βάθος» από μια εικόνα που δεν είναι παρά μόνο «χτύπημα», από μία βίαιη εικόνα.

-Η τέχνη, η καλλιτεχνική εικόνα, όμως κάνει και μια «μεταφορά». Από κάτι που φαίνεται σε κάτι που δε φαίνεται. Κάτι που πάει στην ουσία του πράγματος. Υπάρχει κάτι που φαίνεται, αλλά υπάρχει και μία μεταφορά. Σε μεταφέρει από ένα σημείο Α σε ένα σημείο Β που είναι το «βάθος».

Βαγγέλης Μπιτσώρης: Έχω την αίσθηση, πως σε αυτό το κείμενο (δεν ξέρω που πηγαίνει ο Nancy, βιάζω μια ερμηνεία), θέλει να μας πει πως η αλήθεια φαίνεται. Στον Derrida αποκρύπτεται. «Η βία έχει την αλήθεια της, όπως η αλήθεια έχει τη βία της», λέει ο Nancy. «Παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια είναι ουσιωδώς φανέρωση του εαυτού. Η αλήθεια δεν μπορεί μόνο να είναι και, υπό μίαν έννοια, δεν είναι καθόλου. Το Είναι της όλο βρίσκεται στη φανέρωσή της. Η αλήθεια δείχνεται- φανερώνεται, ή επιδεικνύεται και αποδεικνύεται. Και μάλιστα σε μία αποδεικτική διαδικασία με τη σημασία της λογικής. Στην αλήθεια υπάρχει κατ΄ ανάγκη επίδειξη και, μάλιστα, επίδειξη δύναμης». Απαντώντας στην ερώτησή σου λοιπόν για το φαίνεσθε, θα έλεγα πως η αλήθεια φαίνεται, ενώ η ουσία της βίας βρίσκεται στην εικόνα. Αυτό που θέλει να δείξει ο Nancy, έχει να κάνει με το κατά πόσο η αποδόμηση γίνεται μέσω αυτού του "sans fond". Από πού πηγάζει κάτι που δεν έχει βάθος; Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, είναι πως η τέχνη δεν μπορεί να έχει τη βία που έχει ένα «χτύπημα». Πιστεύω, πως αυτό που τον ενοχλεί είναι μια τέχνη η οποία δεν ξέρει να διακρίνει την εικόνα με «βάθος» και την εικόνα «χωρίς βάθος». Αυτήν την τέχνη την θεωρεί επικίνδυνη.

Τάκης Κουμπής: Όλο το θέμα του «βάθους», το οποίο αναφέρεται και στη μεταφυσική, προσπαθεί να το αποδιαρθρώσει και να το κάνει να έρθει προς την επιφάνεια. Στην ουσία, παραμένει ένα «βάθος» -γιατί δεν μπορεί να μην υπάρχει «βάθος»- αλλά είναι ένα «βάθος χωρίς βάθος». Θα λέγαμε, πως ένα «βάθος χωρίς βάθος» είναι ένα «επιφανειακό βάθος». Ένα «βάθος» που βρίσκεται έξωθεν, στην επιφάνεια. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι δεν είναι -αυτό που λέει ο Kant- «κρυμμένο».

Σωτήρης Μπαχτσετζής: Η έννοια του «βάθους χωρίς βάθος» αναφέρεται σε μιαν εικόνα η οποία δεν υφίσταται. Η ίδια η φράση «βάθος χωρίς βάθος» ουσιαστικά φτιάχνει ένα επιχείρημα για να μας πει πως κανείς δεν μπορεί να διαλογιστεί κάτι τέτοιο. Το «βάθος χωρίς βάθος» δεν είναι διαλογίσιμο, δεν είναι δυνατό. Άρα, στην ίδια την πράξη του διαλογισμού του «βάθους χωρίς βάθος» καταλαβαίνουμε ακριβώς την προβληματική της σύνδεσης της εικόνας και της αλήθειας.

Βαγγέλης Μπιτσώρης: Το κλειδί κατά τη γνώμη μου είναι πως η ουσία δεν βρίσκεται στη μίμηση, αλλά στο "βάθος" του πράγματος. Το «βάθος χωρίς βάθος» ("fond sans fond") είναι paesentia absentium, «παρουσία- απουσία». Έχει να κάνει με όλο το πρόβλημα της σχέσης της εικόνας με την οντολογία της «παρουσίας». Λέει ο Nancy: «η βία και η αλήθεια έχουν από κοινού το ενέργημα του αυτό- δεικνύεσθε». Δείχνονται αφ εαυτού. Το έχουν ανάγκη και η βία και η αλήθεια. «Η καρδιά αυτού του ενεργήματος, όσο και η επιτέλεσή του, βρίσκονται μέσα στην εικόνα. Η εικόνα δεν είναι η μίμηση ενός πράγματος, με την έννοια της μίμησης ως ανταγωνιστή του πράγματος. Η εικόνα ανταγωνίζεται το πράγμα, αλλά αυτή η ανταγωνιστικότητα δεν συνεπάγεται τόσο την αναπαραγωγή, όσο τον ανταγωνισμό». Η μίμηση δεν είναι ο «αντίπαλος», αυτός που αμιλλάται το πράγμα. Ανταγωνίζεται το πράγμα και αυτός ο ανταγωνισμός δεν συνεπάγεται τόσο την αναπαραγωγή. Ας φανταστούμε ένα πορτραίτο με μεγάλη πιστότητα, μια φωτογραφία, μια αναπαραγωγή του προσώπου. Δεν είναι αυτό η εικόνα. Ο ανταγωνισμός δεν συνεπάγεται τόσο την αναπαραγωγή, όσο τον ίδιο τον ανταγωνισμό. Τον ανταγωνισμό που έχει στόχο την παρουσία. Η εικόνα διεκδικεί από το πράγμα την «παρουσία» του. Αντί το πράγμα να περιοριστεί στο να είναι, η εικόνα δείχνει ότι το πράγμα είναι, καθώς και το πώς είναι. Τι είναι το πράγμα; Κάτι αδρανές, απλά «είναι». Η εικόνα όμως δείχνει ότι το πράγμα «είναι», αλλά και «πως είναι». Η εικόνα είναι αυτό που εξέρχεται του πράγματος, αυτό που «βγάζει» το πράγμα από την απλή παρουσία του για να το θέσει ως παράσταση, ως παρ- ουσία, ως παρ- είναι. Το είναι μπροστά από τον εαυτό του. Η εικόνα μας δείχνει το πράγμα πριν από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υπάρχει εδώ βία. Η εικόνα είναι φως.

Τάκης Κουμπής: Το φως έχει να κάνει με την επίδειξη. Υπάρχει μια σχέση της επίδειξης με το «τέρας». Η εικόνας είναι τερατώδης. Αυτό το στοιχείο του τερατώδους δίνει το στοιχείο της βίας στην εικόνα.

Βαγγέλης Μπιτσώρης: Η εικόνα είναι ένα «τέρας», είναι μια ένδειξη που προειδοποιεί για μία απειλή. Καθώς μιλάει για αυτό που δεικνύεται, θέλει να πει πως η τέχνη δεν δείχνει την όψη του πράγματος. Διαμέσου της όψης, βγαίνοντας από την όψη, τραβώντας από το «βάθος» και ανοίγοντάς την και «πετώντας» την μπροστά τι κάνει; Η εικόνα δεν είναι η όψη. Αυτό που δεικνύεται δεν είναι η όψη. Είναι η ενότητα και η δύναμή του πράγματος. Κάνει μια διάκριση μεταξύ της ισχύος και της όψης. Η ισχύς δεν είναι τίποτα άλλο από την ενότητα, συνδεδεμένη από μία αισθητή ποικιλότητα. Αυτό που δείχνεται είναι συμπαγές, έχει ισχύ, «ενώνει». Ενώ η όψη φεύγει, «ποικίλει».
«Όλη η ζωγραφική είναι εδώ για να μας δείξει ακατάπαυστα και με τρόπους πάντοτε ανανεωμένους την εργασία ή την αναζήτηση αυτής της ισχύος, αυτής της δύναμης που ενώνει και δεν έχει καμία σχέση με την όψη. Ο ζωγράφος δε ζωγραφίζει μορφές, αν καταρχάς δεν ζωγραφίσει μιαν ισχύ, μια δύναμη, η οποία αδράχνει τις μορφές, τις παρασέρνει, τις κομίζει σε μία παρ- ουσία. Μέσω αυτής της ισχύος, οι μορφές εξίσου μετασχηματίζονται ή παραμορφώνονται. Η εικόνα είναι πάντοτε μια δυναμική ή ενεργητική παραμόρφωση. Εκκινεί πέραν των μορφών και πηγαίνει επέκεινα. Κάθε ζωγραφική, ακόμα και η πιο νατουραλιστική, είναι μία μεταμορφική ισχύς. Η ισχύς συνεπάγεται το «πάθος». Η ισχύς (συνεπώς το «πάθος») παραμορφώνει και παρασύρει τις μορφές σε μια ορμή, η οποία τις διαλύει ή τις υπερβαίνει».
Έχω την αίσθηση πως το «βάθος χωρίς βάθος» έχει σχέση με την απουσία και την παρουσία. Καμία αμφιβολία πως εδώ υπάρχει βία. Ή τουλάχιστον δυνατότητα η οποία τείνει σε μία βία που θα έρθει ξαφνικά. Όχι μόνο η εικόνα υπερβαίνει τη μορφή, την όψη, την ήρεμη, τη γαληνεμένη επιφάνεια της αναπαράστασης, αλλά οφείλει για αυτόν το λόγο να αντλεί η ίδια μέσα από ένα «βάθος» ή από ένα «χωρίς βάθος». Από ένα «βάθος», από μία δύναμη η οποία είναι υπέρμετρη. Την εικόνα πρέπει να τη φανταζόμαστε, να είναι φανταστική. Εδώ υπάρχει το ερώτημα αν από την απουσία προηγείται η παρουσία της απουσίας. Η εικόνα λοιπόν πρέπει να αντλεί από την απουσία της την ενότητα της ισχύος, που απλώς το εκτιθέμενο πράγμα δεν αναπαριστά. Το πράγμα δεν αναπαριστά την απουσία. Η εικόνα λοιπόν οφείλει να αντλεί τη δύναμή της, την ενότητα της ισχύος της από την απουσία της. Εγώ θα έλεγα από το “sans fond”, από το «χωρίς βάθος» της. Δηλαδή, μια ενότητα ισχύος, την οποία το απλό πράγμα δεν παρουσιάζει. Η φαντασία δεν είναι ικανότητα του να αναπαραστήσεις ένα πράγμα εν τη απουσία του. Είναι η ισχύς να αντλείς από την απουσία τη μορφή της παρ- ουσίας. Δηλαδή την ισχύ του παρουσιάζεστε.

Άννα Ανταλουδάκη: Αυτό γιατί δεν είναι αναπαράσταση; Δεν υπάρχει «εκτός αναπαράστασης». Τι σημαίνει η αναπαράσταση; Η ακριβής μεταφορά; Στο βαθμό που δεν υπάρχει η επανάληψη, δεν υπάρχει το ζήτημα της ομοιότητας. Είναι αδύνατον να αναπαρασταθεί επακριβώς κάτι, οπότε η ίδια η έννοια της αναπαράστασης σημαίνει και κάτι άλλο. Γιατί ακυρώνεται η ιδέα της αναπαράστασης; Πώς είναι δυνατόν να βγούμε εκτός αναπαράστασης; Αν εκεί που βάζουμε τη λέξη παρουσία, βάλουμε τη λέξη παράσταση; Δεν έγκειται το πρόβλημα, πιστεύω, μεταξύ παρουσίας- απουσίας, όσο μεταξύ παράστασης, αναπαράστασης και κενού, αυτού που είναι εκτός. Νομίζω πως ο Alain Badiou έχει αναφερθεί σωστότερα στο όλο ζήτημα, βάζοντας και τους παράγοντες της βίας και της αλήθειας, όπου η αλήθεια βρίσκεται στο επίπεδο της αναπαράστασης και η βία στο σπάσιμο της.

Τάκης Κουμπής: Εδώ ο Nancy αναφέρεται στην έννοια του πράγματος και του πως από το πράγμα οδηγούμαστε στην εικόνα.

Άννα Ανταλουδάκη: Γιατί όμως αυτό δεν είναι αναπαράσταση;

Τάκης Κουμπής: Πρέπει να εντοπίσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην αναπαράσταση και την παρουσία, με την έννοια της μεταφοράς από το πράγμα, όχι σαν μία αναδίπλωση, σαν έναν αναδιπλασιασμό. Η εικόνα στην οποία αναφέρεται ο Nancy, είναι αυτή που φεύγει από το πράγμα σαν πράγμα. Υπάρχει το πράγμα που μένει εκεί και αποκλείει την ομοιότητα και, άρα, την διαδικασία της αναπαράστασης μέσω της ομοιότητας. Η εικόνα του Nancy χάνει την αναφορά της και γίνεται η μεταφορά από το πράγμα στην εικόνα που είναι επιδεικτικά τερατώδης. Η εικόνα αυτή δεν έχει προέλθει από κάπου, αλλά βρίσκεται μέσα στην επίδειξη, στην παρουσία του πράγματος. Είναι η εικόνα του «πράγματος ως πράγμα» και όχι ως εικόνα. Ως «πράγμα- εικόνα». Η εικόνα αυτή είναι πραγμοειδής, είναι πράγμα.

Βαγγέλης Μπιτσώρης: Στα γερμανικά υπάρχει η λέξη Darstellung (αναπαράσταση). Στα γαλλικά όμως η ίδια λέξη μεταφράζεται ως representation που δεν αντιστοιχεί επακριβώς με το Darstellung. Το reprentation σχετίζεται με την παράσταση, με το παρόν. Είναι το παρ- ον. Παρίσταμαι, παρ- είναι. Το βιβλίο αυτό του Nancy είναι μια καταγγελία της μεταφυσικής, ως μεταφυσικής της παρουσίας. Για αυτόν το λόγο εμμένω στην ιδέα της απουσίας. Τι είναι λοιπόν αυτή η περίφημη εικόνα; Η εικόνα διεκδικεί από το πράγμα την παρουσία του, το παρ- ον του. Αντί το πράγμα να μένει «ήσυχο» με το να είναι, η εικόνα δείχνει ότι αυτό είναι και πως είναι. Και η εικόνα είναι αυτό που εξάγει, που βγάζει το πράγμα από την απλή του παρουσία για να το θέσει πριν από το Είναι, να είναι πριν από τον εαυτό του…

Δεν υπάρχουν σχόλια: